564 views

Η σημασία μιας εξαίρεσης σε έναν θλιβερό κανόνα

Το αγαπημένο μου είδος ταινιών είναι οι αστυνομικές ταινίες μυστηρίου ή crime / mystery / thiller αν προτιμάτε, με το απαραίτητο ‘whodunit’ στοιχείο ως κεντρικό θέμα. Οι βασικοί λόγοι είναι τα παιχνίδια του μυαλού κατά τη διάρκεια κάθε ταινίας, η ατμόσφαιρα ως προϋπόθεση και η σκηνοθετική μαεστρία που χωρίς αυτή… δεν. Όλα τα παραπάνω επαληθεύτηκαν όταν πρόσφατα παρακολούθησα το Contratiempo του Oriol Paulo, ταινία που περιέργως  μου διέφυγε και γι’ αυτό ευχαριστώ θερμά τον Παναγιώτη Καραγιαννίδη που την πρότεινε εδώ. Άψογη σκηνοθεσία και φωτογραφία, σενάριο που παίζει με τον χρόνο και τις εναλλακτικές τροπές της ιστορίας, μια βουτιά στα σκοτεινά σημεία του ανθρώπινου μυαλού, εξαιρετικές ερμηνείες, ένα στοιχείο υπερβολής για να έχουμε και κάτι αρνητικό να πούμε… συνολικά ό,τι πραγματικά ζητά από μία τέτοια ταινία ένας λάτρης του μυστηρίου βρίσκεται εδώ.

Η σκέψη που ακολούθησε μετά την προβολή ήταν η ανάσυρση ενός παλιού παραπόνου: γιατί δεν γυρίζονται τέτοιες ελληνικές ταινίες και γιατί οι περισσότερες σύγχρονες παραγωγές (εξακολουθούν να) σχετίζονται με την κρίση της μέσης ηλικίας, τον γάμο και τις ματαιοδοξίες στην μεταπασοκική Ελλάδα; Πριν σκεφτώ τα προφανή, θυμήθηκα μερικές παραγωγές ελληνικών ταινιών μυστηρίου της τελευταίας εξαετίας αλλά και πόσο μέτριες / απογοητευτικές ήταν. Και μετά θυμήθηκα την ταινία που δεν πρόλαβα να δω προ τριετίας γιατί αποσύρθηκε πρόωρα από τις αίθουσες, το Έτερος Εγώ. Ας ξεκινήσουμε με την αιτία της απόσυρσης:

Όντως, φαντάζει ως η ιδανική διαφήμιση για ένα αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου. Για αυτό κατηγορήθηκε ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, Σωτήρης Τσαφούλιας. Είναι βέβαια άξιον απορίας με ποιο τρόπο κερδίζει ένας σύγχρονος δημιουργός χωρίς την κινηματογραφική προβολή. Ψάχνοντας για την ταινία διαπίστωσα μετά έκπληξης ότι την ανέβασε στο κανάλι του στο youtube (σε ανάλυση που φτάνει τα 1080p και με υπότιτλους στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά) ο ίδιος ο Τσαφούλιας στις 2 Ιανουαρίου (ναι, του 2018)!

Η ταινία ξεπερνά κάθε προσδοκία για τα ελληνικά δεδομένα και ικανοποιεί απόλυτα τους φίλους του είδους διεθνώς. Ο Τσαφούλιας καθοδηγεί την κάμερα μαεστρικά, χτίζοντας την πλοκή χωρίς το παραμικρό άγχος και διατηρώντας την αγωνία αμείωτη. Η σύνδεση με τα ρητά του Πυθαγόρα επιτείνει το μυστήριο και ήταν αυτή που γέννησε την αφορμή για την εμφάνιση του σπουδαίου François Cluzet στο έργο και μάλιστα με καταλυτικό ρόλο. Η φωτογραφία είναι άψογη, το μοντάζ ασυνήθιστα καλό, όπως και η μουσική του Κώστα Μαραγκού και τα special effects (οι σκηνές με τα πτώματα είναι απόλυτα πειστικές), ενώ ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι δεν υπάρχει καμία περιττή σκηνή. Τα κλισέ του είδους δεν λείπουν, αλλά είναι ελάχιστα (και δεν μας χαλάνε εδώ που τα λέμε), ενώ αν υπάρχει ένα ουσιαστικά αρνητικό στοιχείο, αυτό έγκειται στις αρκετές μέτριες ερμηνείες σε μικρούς ρόλους και μικρές σκηνές που ίσως θα μπορούσαν να γυριστούν περισσότερες φορές. Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης παίζει καλά και, αν και ίσως αποδίδει τον χαρακτήρα του περισσότερο αμήχανο απ’ όσο χρειαζόταν, ερμηνεύει ισορροπημένα και στα καίρια σημεία εντυπωσιάζει.

François Cluzet, Σωτήρης Τσαφούλιας, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης

Η αποκάλυψη της αλήθειας δρα λυτρωτικά για διαφορετικούς λόγους για τον θύτη και τον πρωταγωνιστή και παραδίδεται έτσι από τον δημιουργό προς τον θεατή, γεγονός που επίσης προκάλεσε την αδικαιολόγητη αρνητική κριτική κάποιων. Ε λοιπόν είναι άξιο απορίας. Πώς είναι δυνατόν να θεωρεί κάποιος αφενός ότι οι ταινίες ωθούν τους ανθρώπους στο έγκλημα ή έστω τους εμπνέουν και από πότε αλήθεια το σενάριο αποτελεί κατ’ ανάγκη πεδίο προβολής ηθικής και υγιών προτύπων ή έστω οποιονδήποτε προσωπικών θέσεων επί παντός επιστητού; Αφετέρου, παρακολουθώντας το Έτερος Εγώ είναι αδιανόητο να σταθεί κάποιος και να κατηγορήσει τον δημιουργό ως υποστηρικτή της αυτοδικίας (αυτό ήταν ένα μικρό spoiler, όντως).

Στην εποχή μας η άκρατη «ορθότητα» καταρρίπτει κάθε λογική και η εκ προοιμίου και με το ζόρι κριτική ως επί το πλείστον αδικεί κατάφορα, τσουβαλιάζοντας αβάσιμα συμπεριφορές και εκτοξεύοντας προσβλητικούς χαρακτηρισμούς με κατ’ επίφαση ηθικά κριτήρια και υπεραπλουστεύσεις που βασίζονται σε υπερσυντηρητισμό, ημιμάθεια, ή/και ηλιθιότητα. Ηθικολογώντας ακατάσχετα και αδιακρίτως οι άνθρωποι ξεχνούν το προφανές και αυτονόητο: ότι δεν άπτονται τα πάντα τέτοιας κριτικής. Εν προκειμένω, πρόκειται για μία κινηματογραφική ταινία και μόνο, η οποία παρεμπιπτόντως είναι εξαιρετική. Για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα πρόκειται για μία φωτεινή εξαίρεση σε έναν θλιβερό κανόνα μετριότητας στη σύγχρονη εποχή και μία απόδειξη πως το υψηλό κινηματογραφικό επίπεδο είναι εφικτό στη χώρα μας. Ας ελπίσουμε το Έτερος Εγώ να ήταν η πρώτη εξαίρεση, πριν πολλές κατοπινές.

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

cool good eh love2 cute confused notgood numb disgusting fail