44 views

Θεσσαλονίκη – Clisson: Highway to Hell(fest)

Ο λύκος τρίχα αλλάζει χούγια δεν αλλάζει, λέει πολύ σοφά η λαϊκή παροιμία. Μόλις λίγα φεγγάρια πριν την μετάβαση μου στα “άντα” και ενώ παράλληλα οι πρώτες άσπρες τρίχες αρχίζουν να ξεπροβάλλουν η μια μετά την άλλη, αποφάσισα μετά απο ώριμη(;) σκέψη να ξανά-επισκεφτώ το Hellfest. Ένα απο τα δημοφιλέστερα πλέον ευρωπαϊκά φεστιβάλ σκληρού ήχου, που είχα την χαρά να επισκεφτώ άλλες δυο φορές στο παρελθόν (2012 και 2014), μόνο που φέτος θα το πήγαινα πιο… chill. Άφησα λοιπόν πίσω μου υποστρώματα, σκηνές και υπνόσακους και πέταξα για το Μποβέ χαρούμενος, ξέροντας πως μετά το πέρας της καθημερινής φεστιβαλικής επιβίωσης, το ταλαίπωρο κορμί μου θα έβρισκε στιγμές ανακούφισης σε κανονικό κρεβάτι. Βέβαια δεν φανταζόμουν ότι θα κατέληγα το πρώτο βράδυ σε διπλό κρεβάτι – σαν νιόπαντρο ζευγάρι – αγκαλιά με τον Στέργιο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που πλέον ανήκει στο παρελθόν. Μια άλλη διαφορά άξια αναφοράς σε σχέση με τα προηγούμενα ταξίδια μου στο Hellfesτ, ήταν το μεταφορικό μέσο απο το αεροδρόμιο για το Hellfest και τούμπαλιν. Πιστοί στο σχέδιο μας για μια αναίμακτη φεστιβαλική εμπειρία (για chill το πηγαίναμε ντε), εφέτος η μεταφορά μας θα γινότανε με ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Έτσι, σαν άλλος Εμπαμπέ, ντριμπλάραμε την περίπτωση του τραίνου που μας ήθελε να συνταξιδεύουμε για 2/5 ώρες αγκαλιά με εκατοντάδες χεβιμεταλλικές μασχάλες απο κάθε γωνιά του πλανήτη με προορισμό το φεστιβάλ της Κολάσεως. Βέβαια, και πάλι, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ήταν ποτέ δυνατό να καταφέρουν 4 άτομα + αποσκευές να χωρέσουν σε ένα πεντακοσαράκι Fiat και να διανύσουν πεντακόσια και βάλε χιλιόμετρα, αλλά εδώ είμαι για να σας το επιβεβαιώσω.
THE ROADTRIP

Το road trip λοιπόν απο το αεροδρόμιο του Μποβέ μέχρι και την Νάντ όπου βρισκόταν το ξενοδοχείο μας, αποδείχτηκε μια ξεχωριστή εμπειρία απο μόνο του. Επιλέξαμε να ταξιδέψουμε παραλιακά και έτσι απορρίψαμε την ‘Εγνατία Οδό’ Παρίσι – Νάντ και ακολουθήσαμε την πορεία Μποβέ – Ρουέν – Χάβρη – Καν – Ρεν – Ναντ. Το ότι χαθήκαμε ακόμη και με GPS τουλάχιστον δυο-τρεις φορές δεν έχει καμία σημασία καθώς ο σκοπός ήταν ιερός. Αναφέρομαι φυσικά στο γεγονός πως χρειάστηκε να κάνουμε κάποιες παρακάμψεις προκειμένου να φτάσουμε στο πλησιέστερο Burger King της περιοχής. Και ποιος να μας το έλεγε ότι έξω απο ένα Burger King, στο πουθενά της Γαλλίας, θα βλέπαμε το Άγαλμα της Ελευθερίας. Μα τω Θεώ σε λέω, κανονικό, δέκα μέτρα και με την δάδα στο χέρι. Οι εγκυκλοπαιδικές μου γνώσεις μάλιστα έγιναν λίγο πλουσιότερες όταν ο σοφότερος της παρέας, ο Δήμος φυσικά, μας πληροφόρησε ότι το Άγαλμα της Ελευθερίας κατασκευάστηκε στο Παρίσι προς τιμήν της γαλλοαμερικανικής φιλίας και μεταφέρθηκε αποσυναρμολογημένο σε 350 κομμάτια στο Λίμπερτι Άιλαντ των Ηνωμένων Πολιτειών όπου και ξανά συναρμολογήθηκε για την ανέγερση του. Εσύ το ήξερες; Σιγά μην το ήξερες.

Συνεχίζοντας την πορεία μας, κατά την διάρκεια χώνεψης απροσδιόριστου αριθμού μπέργκερ που είχαν νωρίτερα καταναλωθεί,  διαπιστώσαμε στον δρόμο μας πως, τελικά, ο Έλληνας μαλάκας οδηγός δεν διατηρεί μονοπώλιο. Έχει και ξένους μαλάκες οδηγούς με φορτηγά, λεωφορεία και κάθε λογής βαρέα οχήματα να πιάνουν τρίτη λωρίδα και να σε προσπερνούν για πλάκα. Δεν μασάμε όμως, συντονισμένοι στον Horizon FM 100.9 υπο τους ήχους του Bella Ciao, συνεχίζουμε την πορεία μας ηθικό ακμαιότατο.

Με αυτά και αυτά φτάσαμε στο Μοντ Σεντ Μισέλ και η αλήθεια είναι πως αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που διαλέξαμε αυτήν την πορεία για το ταξίδι μας. Στην μέση του πουθενά στην περιοχή της πάλαι πότε Νορμανδίας βρίσκεται αυτό το εντυπωσιακό νησάκι που κάποτε κατοικούταν απο Γαλάτες. Το Μοντ Σεντ Μισέλ φημολογείται ότι χτίστηκε περί τον 10ο αιώνα και είναι γνωστό για τις παλίρροιες και το περίφημο αβαείο με το επίχρυσο άγαλμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ που δεσπόζει στην κορυφή του καμπαναριού και χαρακτηρίζεται ως αριστούργημα του δυτικού πολιτισμού. Θεωρείται ένα από τα πιο δημοφιλή αξιοθέατα της Γαλλίας προσελκύοντας περισσότερο από 3 εκατομμύρια επισκέπτες ετησίως, έχοντας χαρακτηριστεί ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO. Περπατώντας στα πλακόστρωτα σοκάκια του νησιού δεν μπορείς παρά να γοητευτείς από την μεσαιωνική αισθητική που σε περιβάλλει ενώ σε μερικά ψηλότερα σημεία η θέα που συναντάς σε μαγεύει πραγματικά. Αξίζει να σημειωθεί μάλιστα πως η περιοχή New Londo Ruins που συναντά κανείς στο Dark Souls είναι εμπνευσμένη απο το Μοντ Σεντ Μισέλ όπως επίσης και ο σχεδιασμός του πύργου Minas Tirith στο The Lord of the Rings: The Return of the King, είναι επίσης εμπνευσμένος από το νησί. Φτάνοντας σχετικά αργά το απόγευμα εκεί, δυστυχώς συναντήσαμε κλειστά τα διάφορα λαογραφικά μουσεία που υπάρχουν εντός των τειχών και έτσι η περιήγηση μας περιορίστηκε σε περπάτημα που συνοδεύτηκε με παγωμένη μπύρα, μερικά περιστέρια να μας ακολουθούν και ατελείωτα φωτογραφικά κλικ σε κάθε πιθανό σημείο.

Και ενώ λοιπόν απολαμβάναμε την βόλτα μας, ένα μήνυμα στο κινητό του Δήμου ήταν αρκετό για να μας κόψει τα πόδια. “Η κράτηση σας για σήμερα έχει ακυρωθεί” λέει. Γιατί κάπου κρυμμένο μέσα στους όρους της κράτησης του ξενοδοχείου μας έγραφε ότι το check in γίνεται μεταξύ 17:00 – 20:00. Και εμείς έχουμε ακόμη περίπου 250χλμ για Ναντ και η ώρα είναι 21:00. Είπα και εγώ, θα πάνε όλα καλά; Δεν γίνεται! Κάπως έτσι και αφού μέσα στον πανικό μας ψάχναμε για εναλλακτική, η εναλλακτική βρέθηκε και κατέληξα αγκαλιά με τον Στέργιο, όπως νωρίτερα ανέφερα. Βέβαια η κατάληξη αυτή δεν ήρθε τόσο εύκολα. Είχαμε μείνει στο σημείο που υπολείπονταν ακόμη 200+ χιλιόμετρα για Ναντ με το ρεζερβουάρ μας  όμως να βγάζει λιγότερα. Έπρεπε να ψάξουμε για βενζινάδικο, να είμαστε τυχεροί να είναι ανοικτό και οποιοδήποτε λάθος στην διαδρομή μας μπορούσε να αποφέρει πολύ άσχημα αποτελέσματα. Όταν έχεις όμως Δήμο δεν μασάς. Έχοντας διδακτορικό στο Google Maps, βρήκε το πλησιέστερο βενζινάδικο με αυτόματο πωλητή, μας οδήγησε με ακρίβεια περνώντας καμιά 13 roundabouts αλάνθαστοι, και όχι απλά φουλάραμε το φιατάκι, αλλά όντας πλέον on-fire ο Δήμος, φούλαρε και κάτι νουμπάδες Γάλλους δίπλα μας που δεν ήξεραν πως να χρησιμοποιήσουν τον αυτόματο πωλητή βενζίνης. Μετά απο όλα αυτά καταλήξαμε τα ξημερώματα στο “plan-b” ξενοδοχείο μας όπου μας έμεναν λίγες μόνο ώρες ύπνου μέχρι το πρωί όπου έπρεπε να πάμε για check in στο ξενοδοχείο που αρχικά κλείσαμε, για να μεταβούμε στην συνέχεια στην Clisson για την 1η μέρα του Hellfest.

HELLFEST EXPERIENCE

Ξημέρωσε λοιπόν Παρασκευή. Εγερτήριο πρωί πρωί, μάζεμα πράγματα, check in στο κανονικό μας ξενοδοχείο, αφήνουμε πράγματα και βουρ για Clisson. Οι οδικές πινακίδες που δείχνουν κατεύθυνση για Hellfest είναι περισσότερες από αυτές που δείχνουν κατεύθυνση για Clisson. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί. Καραβάνια μεταλάδων στους δρόμους, όλοι προς την ίδια κατεύθυνση. Ήρθε η ώρα να εκτιμήσω την αξία από το φιατάκι αφού χωράει παντού και το θέμα πάρκινγκ, παραδόξως, λύνεται σχετικά εύκολα. Στάση στα MC’Donald για…πρωινό και φύγαμε να παραλάβουμε τα πάσο και τα βραχιολάκια μας.

Εισερχόμενος από την είσοδο των VIP, τα πάντα μοιάζουν διαφορετικά και ανανεωμένα σε σχέση με το 2014. Το πρώτο πράγμα που συναντάς μπαίνοντας, είναι μια μαρμάρινη επιγραφή “VIP HELLFEST”, η οποία δεν υπήρχε παλαιότερα και είναι τόσο ψαρωτική και κομψή, που όσο συνεσταλμένος και αντι-ροκσταρ και να είσαι, δεν μπορείς να αντισταθείς στο να φωτογραφηθείς μπροστά της. O προαύλιος χώρος του VIP Area με έχε αφήσει με το στόμα ανοιχτό, σαν να τον επισκεπτόμουν για πρώτη φορά. Γιατί όντος ήταν σαν να τον επισκεπτόμουν πρώτη φορά. Η πιο εντυπωσιακή αναβάθμιση αφορούσε μια πισίνα με ένα πανέμορφο, ολόμαυρο skull γλυπτό και έναν μίνι καταρράχτη να πέφτει μέσα στην πισίνα, και απο πίσω ακριβώς, στoν εξωτερικό χώρο του VIP Club, ένα συντριβάνι “αίματος” με πέντε αγάλματα α-λα Assassin’s Creed. Πραγματικά αδυνατώ να βρω τα σωστά επίθετα και λέξεις για να περιγράψω το σκηνικό αυτό και το πόσο με εντυπωσίασε. Η παραγωγή του Hellfest έδινε ανέκαθεν ιδιαίτερη σημασία στο εικαστικό κομμάτι του φεστιβάλ με διάφορες κατασκευές, γλυπτά, φώτα, φωτιές, γκράφιτι, αγάλματα να υπάρχουν παντού και να δημιουργούν μια εντυπωσιακή αισθητική που θυμίζει Disneyland για μεταλάδες. Η έκδοση του 2018 έδωσε ρέστα και ακόμη δεν είχαμε περάσει στον κύριο χώρο του φεστιβάλ.

Πηγαίνοντας στον κύριο χώρο του φεστιβάλ συνάντησα ένα σορό ακόμη εντυπωσιακές αλλαγές. Η σημαντικότερη είχε να κάνει με τα ίδια τα stages που μετακινήθηκαν έτσι ούτως ώστε να μειωθεί η μεταξύ τους απόσταση το περισσότερο δυνατό. Η απόσταση από stage σε στάση ήταν αισθητά μικρότερη πλέον.  Η αλλαγή αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική καθώς το Hellfest αποτελείται από έξι stage συνολικά, τα Main Stage 1, Main Stage 2, Temple, Altar, Warzone και Valley. Τα πέντε από αυτά παίζουν ταυτόχρονα ενώ το Mainstage 1 & 2 που βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο, παίζουν back to back εναλλάξ τους headliners της ημέρας για να μην υπάρχουν καθυστερήσεις ενδιάμεσα. Συνεπώς, όλη η μέρα είναι ένα ατελείωτο τρέξιμο. Περιπλανώμενος λοιπόν τριγύρω, βρήκα και άλλα καινούρια πραγματάκια που με εντυπωσίασαν. Καταρράχτες όπου το νερό στην πτώση του σχημάτιζε το λογότυπο του Hellfest, devil horns και διάφορα άλλα patterns έδιναν την ευκαιρία στους ηλιοκαμένους επισκέπτες του φεστιβάλ να περάσουν από ανάμεσα για να δροσιστούν. Και αυτή δεν ήταν η μόνη ευκαιρία για λίγη δροσιά καθώς υπήρχαν σε σημεία οάσεις από σκιερούς χώρους με σύστημα ψεκασμού που έριχνε στον χώρο εκείνο την θερμοκρασία αρκετά ώστε να ανακουφιστείς! Λίγο πιο κάτω, στον “προθάλαμο” του Warzone υπήρχε ένα τεράστιο άγαλμα του Θε(ι)ου Lemmy το οποίο συνάντησα να προσκυνούν δεκάδες πιστοί μεταλλάδες. Και ναι, προσκυνούσαν κανονικά, στα γόνατα. Η όλη φάση γινόταν ακόμη πιο μαγευτική κατά τις νυχτερινές ώρες όπου το Hellfest…φλέγονταν στην κυριολεξία. Φωτιές έβγαιναν από παντού σε κάθε σημείο και αυτές μάλιστα γύρω από τα Main Stage, πολλές φορές συγχρονιζόντουσαν και στους ήχους της μπάντας που έπαιζε εκείνη την στιγμή. Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο περιγράφοντας απλά το scenery του Hellfest χωρίς να αναφερθώ καθόλου στα συναυλιακά δρώμενα, αλλά ας βάλουμε μια άνω τελεία σημειώνοντας πως η φάση είναι απλά μοναδική και πιστεύω δεν έχει ανταγωνισμό παγκοσμίως, τουλάχιστον όσο αφορά heavy metal festivals.

Στα των συναυλιών τώρα, θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο σύντομος γίνεται και να κάνω ένα γρήγορο πέρασμα από ότι βίωσα. Το παρόν κείμενο άλλωστε, δεν αφορά κάποιο live report ούτε πρόκειται να εμβαθύνει σε κριτική των εμφανίσεων. Η πρώτη μέρα του φεστιβάλ λοιπόν ξεκίνησε συναυλιακά για εμένα γύρω στη 13:00 στο Valley stage με τους Dopethrone. Εδώ να υπογραμμίσω πως τόσο το Valley stage όσο και τα Temple & Altar είναι κλειστά από πάνω οπότε ανεξάρτητα την ώρα είναι σκοτεινά και έχεις ωραίο φωτισμό ενώ και ο ήχος φυσικά είναι φανταστικός, για εμένα καλύτερος και από τα Main Stage. Τίμιο στονεροντούμ λοιπόν με τους Dopethrone, ότι πρέπει για μεσημεράκι με παγωμένη μπύρα σερβιρισμένη σε πλαστικά ποτηράκια με την φάτσα του Papa Emeritus επάνω. Οι τύποι βαράνε δυνατά, δεν αστειεύονται και ο κόσμος που – σχεδόν – γέμισε το μικρότερο εκ των stage του Hellfest, τους τίμησε με την παρουσία του. Και όταν λέμε μικρότερο stage, εννοούμε τουλάχιστον 2.500 άτομα χωρητικότητα.

Η συνέχεια με βρήκε εδώ και εκεί βολτάροντας μέχρι και τις 16:00 όπου ανέβαιναν οι Converge στο Mainstage 2. Ότι και να πω είναι λίγο. Φανταστική εμφάνιση έχοντας στο οπλοστάσιο έναν εξαιρετικό νέο δίσκο, θα προτιμούσα ωστόσο να τους δω σε κάποιο από τα μικρότερα “κλειστά” stage. Καπάκια αλλαγή mood με “I hate myself for loving you…” και Joan Jett στο Main Stage 1 για χάρη της οποίας περίμενα αρκετή ουρά για να φωτογραφίσω, όμως άξιζε τον κόπο καθώς μου πρόσφερε ένα εξαιρετικό πορτρέτο. Στην συνέχεια προέκυψε το πρώτο δίλημμα της ημέρας. Meshuggah ή Crowbar; Δεν έχεις δει ποτέ ξανά κανέναν, τους λατρεύεις και τους δυο, και πρέπει να διαλέξεις έναν καθώς παίζουν την ίδια ώρα, τί κάνεις; Εγώ επέλεξα τους πρώτους καθώς έπαιζαν στο Mainstage 1 και βρισκόμουν ήδη εκεί από την Joan Jett. Και δεν το μετάνιωσα καθόλου καθώς οι Σουηδοί με ισοπέδωσαν. Οι άνθρωποι(;) είναι από άλλον πλανήτη και φιγουράρουν πλέον στην ελίτ της παγκόσμιας metal σκηνής γιατί το αξίζουν πραγματικά. Παραμένω Main Stage λοιπόν για να φωτογραφίσω Europe και ομολογώ πως με έπιασε ένα δέος να έχω τον Joey Tempest στα 5 μέτρα.

Μετά τους Europe ώρα για λίγη ξεκούραση στο VIP Area για γέμισμα μπαταριών, φαγητό κλπ. Εκεί που κάθομαι στο Press Area και φορτίζω το κινητό μου, βλέπω ένα “βουνό” να περπατάει από μπροστά μου συνοδευόμενο από πέντε-έξι σεκιουριτάδες. Ήταν ο Hodor, ο οποίος αργότερα έμαθα πως βρισκόταν εκεί για διαφημιστικούς σκοπούς της Blizzard και συμμετείχε σε διάφορα side-events και παρουσιάσεις. Αφού έχω λοιπόν γεμίσει μπαταρίες επιστρέφω Main Stage για Hollywood Vampires. Πρώτα όμως σκέφτηκα να πάω για κατούρημα όσο ακόμα βρίσκομαι στα VIP και η κίνηση είναι ρέει καλύτερα. Εκεί λοιπόν, και ενώ κάνω την ανάγκη μου σε ένα από τα δεκάδες ουρητήρια που υπήρχαν στην σειρά, έρχεται ένας τύπος στο ακριβώς διπλανό και με την άκρη του ματιού μου, παρατηρώ πως όσο κατουράει, παράλληλα, “σφίγγει” και μια μπύρα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αντιλήφθηκα πως ο Θεούλης αυτός ήταν ο Kirk Windstein των Crowbar, ο οποίος φυσικά δεν αρνήθηκε να σελφάρει μαζί μου παρόλο που δεν με συγχώρεσε για το ότι νωρίτερα επέλεξα να παω Meshuggah και όχι Crowbar. Karma is a bitch, όμως δεσμεύτηκα ότι θα τους δω σύντομα, με την πρώτη ευκαιρία.

Φύγαμε λοιπόν για το Main Stage 2 όπου θα κατασκηνώναμε και για το υπόλοιπο της ημέρας. Στην σκηνή η superband των Johnny Depp/Alice Cooper. Και παραδέξου, όσο αδιάφορο και αν ακούγεται σαν project, δεν θα έμενες ούτε εσύ ασυγκίνητος στην θέα του να κάνει ποζεριές πλάτη-με-πλάτη ο Jack Sparrow με τον Godfather of Shock Rock. Στα καπάκια, Stone Sour στο Main Stage 1 και πάλι με τον Corey Taylor να επιβεβαιώνει ακόμη μια φορά το πόσο μεγάλος performer είναι. Αμέσως μετά γυρίζουμε κεφάλι στο Main Stage 2 και είναι η ώρα για τους μεγάλους Judas Priest που μέχρι τότε δεν είχα την τύχη να δω ποτέ στο παρελθόν. Αν και ομολογώ η απουσία του K.K. ήταν παραπάνω από αισθητή, οι “μάστορες” του heavy metal δεν με απογοήτευσαν, με τον God Of Metal να εκπληρώνει ένα παιδικό μου όνειρο βλέποντας τον να βγαίνει με την τσοπεριά στην σκηνή χωρίς να πέφτει αυτή τη φορά ευτυχώς.

Τελευταίο συγκρότημα μιας τόσο metal ημέρας, μια όχι και τόσο metal μπάντα. Στη 1:00 το βράδυ εμφανίστηκαν στο Main Stage 1 οι A Perfect Circle, τους οποίους παρόλο που γνώριζα φυσικά, δεν είχα εντρυφήσει ιδιαίτερα στο παρελθόν. Ωστόσο, και μόνο η παρουσία του Maynard στο stage, ήταν αρκετή για να με προσελκύσει καθώς μέχρι να ξανά βγει σε περιοδεία με τους Tool εντός χιλιομετρικής απόστασης μικρότερης απ’ότι μεσολαβεί ανάμεσα σε δυο ηπείρους, θα γεννήσω πραγματικά. Η εμφάνιση λοιπόν των APC, ήταν πραγματικά καθηλωτική και τολμώ να πω ότι κόντρα στις προβλέψεις, ήταν ίσως η καλύτερη εμφάνιση από όσες μπάντες είδα την πρώτη ημέρα. Ο ήχος ήταν αψεγάδιαστος, τα φώτα και τα screen effects σε απόλυτη αρμονία με τον ήχο, ο Maynard ντυμένος στην πένα με το ροζ κουστούμι του απλά μαγευτικός και τα τραγούδια του νέου δίσκου Eat The Elephant που για πρώτη φορά άκουγα live, τα αγάπησα αμέσως. Η αυλαία της πρώτης ημέρας έπεσε για εμένα λοιπόν στις 2:05 όταν οι APC αποχώρησαν της σκηνής. Εντάξει έφαγα και κάτι γαλλικές μπαγκέτες πρώτα για βραδινό και μετά.

Ημέρα δεύτερη λοιπόν και ξυπνώντας κατά τις 10:00 αντιλήφθηκα την αξία του να ξυπνάς σε κανονικό κρεβάτι αφού έχεις ήδη κάνει μπάνιο πριν κοιμηθείς, μετά από μια συναυλιακή εμπειρία τύπου Hellfest. Φρεσκαδούρα λοιπόν, χτύπησα το εσπρεσάκι μου από τον αυτόματο πωλητή του ξενοδοχείου ο οποίος ότι και να πατούσες ο καφές έβγαινε γλυκός ενώ εγώ τον πίνω σκέτο φυσικά. Φορτωνόμαστε λοιπόν στο φιατάκι και πάμε repeat το χθεσινό πρόγραμμα. Πρώτη στάση Mc Donald για πρωινό. Ναι τί; Τα είπαμε και στην προηγούμενη ημέρα. Μπέργκερ για πρωινό. Με κοκακόλα και πατάτες.

Στις 14:30 είμαι στο The Valley stage οι δικοί μας 1000mods ξεκίνησαν να παίζουν το δεύτερο τραγούδι. Έπαθα σοκ με το πόσος κόσμος είχε μαζευτεί τόσο νωρίς για να τους δει ενώ είδα και πολλούς μάλιστα να φοράνε μπλουζάκια της μπάντας και να τραγουδούν τους στίχους. Το όνομα των αγαπημένων χιλιομοδίων στέκει δυνατά και στο εξωτερικό και μπορείτε να είστε περήφανοι για αυτό φίλοι μου. Στις 15:00 πάω στο δίπλα stage και συγκεκριμένα στο Temple για να δω Oranssi Pazuzu. Ψυχεδελικό black metal απο άλλο πλανήτη, οι Φινλανδοί αξίζουν την προσοχή σου, αν δεν τους ήξερες τους έμαθες τώρα και ξέρεις τι πρέπει να κάνεις γιαυτό.

Στις 16:00 η μοίρα μου επιφύλασσε άσχημο παιχνίδι. Αναφέρομαι στο γεγονός πως την ίδια ώρα που έπαιζαν οι Akerckocke στο Altar stage, εγώ είχα προγραμματισμένη συνέντευξη με τον Steve Von Till των Neurosis. Δεν λέω, γούσταρα τρελά την συνέντευξη, αλλά χάθηκε ο κόσμος να πέφτει πάνω στους Bullet For My Valentine; Τέλος πάντων, πάμε στο Press Area όπου μετά από λίγα λεπτά καθυστέρησης εμφανίστηκε ο Steve με τον manager του. Έπρεπε να περιμένουμε και πάλι για κάποια λεπτά μέχρι να αδειάσει κάποιο από τα καμαρίνια όπου γινόντουσαν άλλες συνεντεύξεις όταν και τελικά κάτσαμε και κουβεντιάσαμε για τους Neurosis και την επιρροή που άσκησαν στην σκληρή μουσική.

Πρέπει να ήταν γύρω στις 17:30 όταν και τελείωσαν όλα αυτά και επιστρέφοντας στον κυρίως χώρο του φεστιβάλ συναντήσαμε τον Jonathan Davis με το solo project του στο Main Stage και πρέπει να κάθισα από μακρυά για 1-2 τραγούδια μέχρι και να φύγω για βόλτα και εξερεύνηση του χώρου έξω από το Warzone όπου υπήρχαν δεκάδες επιλογές φαγητού, ένα δασάκι, το άγαλμα του Lemmy και τέτοια πράγματα που συναντάς καθημερινά. Μετά το chilling αυτό λοιπόν μπήκαμε εντός της περιοχής του Warzone όπου στις 18:35 έβγαιναν οι Terror για να τα σπάσουν όλα. Οι security πραγματικά δεν προλάβαιναν να κατεβάζουν κόσμο που προερχόταν από crowd-surfing, παίζει να μην έχω δει περισσότερο ξύλο πουθενά.

Στα καπάκια φεύγουμε γρήγορα γρήγορα για το Main Stage 1 και τον έναν και μοναδικό Body Count. Εντάξει τα λόγια είναι περιττά εδώ. Ο τύπος είναι θεάρας και απολαυστικότατος επί σκηνής, ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα και έμεινα εντυπωσιασμένος. Στα καπάκια, και αφού είχαν γίνει κάποιες αναπροσαρμογές στο Main stage όπου εγκαταστάθηκε ένας διάδρομος που έμπαινε από το stage μέσα στον κόσμο, είδαμε Deftones. Μια εμφάνιση που περίμενα πολύ αλλά εντέλει δεν με έπεισε. Παραμένουμε Main Stage ωστόσο για την εμφάνιση των Limp Bizkit που μόλις βγήκαν σήκωσα στον αέρα όλη την Κλισόν. Οι true-metalheads θα ξενέρωναν με τα hip-hop, τα scratches και τα samples αλλά εγώ το υπερευχαριστήθηκα. Οι Bizkit μάλιστα απέδωσαν φόρους τιμής στον Vinnie Paul παίζοντας ποτ-πουρί Pantera. Είχαν περάσει μόλις λίγες ώρες από τα άσχημα νέα και όλες οι μπάντες που ανέβαιναν στην σκηνή μετά την είδηση, τον τιμούσαν με τον δικό τους τρόπο ενώ το πορτρέτο του βρισκόταν στις γιγαντοοθόνες των Main Stage. Λίγη ώρα πριν τελειώσουν οι Limp Bizkit, έφυγα για να προλάβω όσο περισσότερο γινόταν από Watain στο The Temple stage. Φωτιές, πεντάλφες, αίματα και τρίαινες πάνω στη σκηνή σε ένα black-metal show υπερπαραγωγή, οι Watain τα έκαναν όλα κομμάτια. Η δεύτερη ημέρα συναυλιακά για εμένα έκλεισε συνεχίζοντας στο ύφος των Watain με τους Dimmu Borgir που επίσης ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα. Αρχοντικοί, βετεράνοι και πρωτομάστορες του συμφωνικού black metal, οι Νορβηγοί είχαν τρομερή παρουσία αλλά η σύγκριση με τους Watain ήταν αναπόφευκτη και οι δεύτεροι μου φάνηκαν περισσότερο “φορμαρισμένοι” ομολογώ. Τέλος δεύτερης ημέρας.

Κυριακή, 24 Ιουνίου, ημέρα 3η. Ξύπνημα, εσπρέσο, Mc Donalds… τα μάθατε. Αυτή τη μέρα θα την πήγαινα πιο χαλαρά με λιγότερες φωτογραφίες και περισσότερο chilling. Καθυστερήσαμε σχετικά να φτάσουμε και στον χώρο του φεστιβάλ και έχασα δυστυχώς τους Grave Pleasures που έβγαιναν στις 14:20. Γύρω στις 15:00 αν θυμάμαι καλά έδιναν συνέντευξη τύπου οι Megadeth οπότε επιλέξαμε να πάμε από νωρίς εκεί για να πιάσουμε καλή θέση. Και έτσι και έγινε, πιάσαμε πρώτη σειρά. Σύντομα η αίθουσα γέμισε ασφυκτικά. Λίγα λεπτά πριν κάνουν την εμφάνιση τους οι Megadeth λοιπόν, εμφανίζεται ένας τύπος να μας καλωσορίσει και να μας ανακοινώσει τους…κανόνες. Απαγορεύονται φωτογραφίες, απαγορεύεται να τρώτε την ώρα της συνέντευξης, απαγορεύεται το αλκοόλ στην αίθουσα, απαγορεύονται ερωτήσεις για Metallica, απαγορεύεται να φύγετε όσο βρίσκεται η συνέντευξη σε εξέλιξη και απαγορεύεται και η ηχογράφηση. Μόλις τελείωσε με τα “απαγορεύεται”, και αφού τελικά ανακουφίστηκα καθώς το να αναπνέουμε επιτρεπόταν, μας ενημέρωσε ότι τελικά μπορούμε μόνο να ηχογραφήσουμε αν θέλουμε. Αμέσως μετά εισήλθε η τετράδα αποθεωμένη από τους παρευρισκομένους και έχοντας τον Mustaine σε απόσταση δυο μέτρων επιβεβαίωσα ιδίοις όμασης το πόσο απίστευτη είναι η ομοιότητα του με τον Πέτρο Γαϊτάνο. Μετά απο 15-20 λεπτά μιας ανούσιας είναι η αλήθεια συνέντευξης τύπου με το πιο ενδιαφέρον θέμα που συζητήθηκε να είναι το Μουντιάλ το οποίο βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, και τα προγνωστικά των Megadeth, η μπάντα αποχώρησε σε αποθέωση και πάλι και φυσικά δεν καταφέραμε ποτέ να πλησιάσουμε περισσότερο από δυο μέτρα. Ροκ σταρς, τι α κάνς να κάτς α μαλώεις;

Με αυτά και με αυτά, η πρώτη μπάντα που είδα ήταν οι Killswitch Engage στο Main Stage κατά τις πέντε παρά. Αν και τους γνώρισα με τον Howard Jones στα φωνητικά και το The End Of Heartache, ομολογώ πως ο Jesse Leach – ο οποίος άλλωστε είναι και ο original τραγουδιστής – ήταν καταπληκτικός. Επρόκειτο να μείνω το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στο Main Stage οπότε άραξα από μακρυά και είδα κατά σειρά Accept και Arch Enemy που ακολούθησαν ενώ επόμενη μπάντα στην σειρά ήταν οι Megadeth τους οποίους και θα φωτογράφιζα. Την ίδια ώρα με τους Megadeth έπαιζαν και οι Baroness που ήθελα πολύ να δω αλλά θυσίασα για να φωτογραφίσω Megadeth. Όπως αργότερα έμαθα μάλιστα λόγο ίωσης του drummer, οι Baroness έπαιξαν unplugged σε ένα acoustic show το οποίο και πάλι θα προτιμούσα όμως από την εμφάνιση των Megadeth η οποία ήταν απογοητευτική. Η αλήθεια είναι πως ο Mustaine ήταν λίγο κακόκεφος εξαρχής, λόγο της χαμηλής θέσης που είχαν οι Megadeth στην σειρά του line-up. Σπόντες για αυτό μάλιστα πέταξε και στην συνέντευξη τύπου που προηγήθηκε. Ήρθε και έδεσε μάλιστα το γεγονός με ένα απίστευτο τεχνικό πρόβλημα που παρουσιάστηκε όταν βγήκαν οι Megadeth και είχε ως συνέπεια στα δυο πρώτα τραγούδια να ακούμε μόνο τα ντραμς και τίποτα άλλο! Όταν δε η φωνή του Mustaine έφτασε στα αυτιά μας, το πρώτο που ακούσαμε ήταν να ρίχνει κάτι “γαλλικά” προς τους τεχνικούς του δίπλα stage που ετοίμαζαν ήχο για τους Alice in Chains που ακολουθούσαν όμως εγώ ομολογώ πως δεν τους άκουσα. Κάπως έτσι καταγράφηκε ένα live μικρής διάρκειας για τα δεδομένα των Megadeth το οποίο θα χαρακτήριζα εν τέλει ως αγγαρεία ενώ και το τεχνικό πρόβλημα στην αρχή ήταν το κερασάκι στην τούρτα για την πιο fail εμφάνιση του φεστιβάλ πιθανότατα.

Αμέσως μετά… η ώρα για τους Alice In Chains τους οποίους έβλεπα για δεύτερη φορά. Πραγματικά αψεγάδιαστοι με ένα best of playlist το οποίο συμπεριελάμβανε και τραγούδια του μέχρι τότε ακυκλοφόρητου νέου δίσκου τους που όπως αποδείχτηκε ήταν καταπληκτικός, αλλά… Αυτό το αλλά μου είχε μείνει από την προηγούμενη φορά που τους είδα και με ακολούθησε και τώρα. Αρκετά “απόμακροι” επί σκηνής, δεν έπιασα το feeling που θα ήθελα, αυτό το κάτι που κάνει συγκρότημα και κόσμο ένα στις live εμφανίσεις. Φυσικά και οι AIC δεν είναι τίποτα showmen ούτε και τους ενδιαφέρει να γίνουν, αλλά κάτι μου λείπει στα live τους. Ίσως αν τους έβλεπα ως headliner σε κανένα μικρότερο/κλειστό venue να άλλαζα γνώμη.

Αμέσως μετά τους AIC ακολουθούν οι Iron Maiden στις 21:30 και ρε φίλε, ακόμη ήταν μέρα! Πραγματικά το καλοκαίρι δεν νυχτώνει ποτέ στην Γαλλία. Δηλαδή βγαίνουν Maiden και είναι μέρα; Τι να πω. Αεροπλάνα λοιπόν πετάνε στο stage, ο Churchill ακούγεται στα ηχεία σε όλο το Hellfest και εγώ στις πρώτες νότες του Aces High βρίσκομαι με πλάτη στην σκηνή να παραγγέλνω το cheeseburger μου, αφού επιτέλους είχε φτάσει η σειρά μου. Το κάνω δυο μπουκιές και φεύγω μέσα. Προς έκπληξη μου η μπάντα βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα, ακόμη καλύτεροι απ’ότι τους θυμόμουν το 2014 που τους είχα δει τελευταία φορά. Απίστευτο show, σκηνικά, η φωνή του Bruce παραμένει σε τεράστια επίπεδα παρόλα τα όσα πέρασε με την υγεία του, και ένα playlist να το πιεις στο ποτήρι. Προσωπικό favorite αν ρωτάτε το Sign Of The Cross, τρίχα κάγκελο πραγματικά.

Μετά τους Iron Maiden, αν και το momentum και η διάθεση μου έλεγε Amenra, αποφάσισα να κάτσω Main Stage και να δω Marilyn Manson. Πρώτον γιατί ήταν μεγάλη φασαρία εκείνη την ώρα να τρέχω σε άλλο stage, και δεύτερον γιατί θεωρώ πως Amenra θα έχω περισσότερες πιθανότητες να δω στο μέλλον ενώ Manson όχι. Και εκεί που είχαμε στηθεί να δούμε Manson ξαφνικά σκάει στην σκηνή ο Joey Demaio. Τί φάση λέω ρε παιδιά; Manson ήρθαμε να δούμε, όχι Manowar, τα λεφτά μας πίσω! Ο λόγος που ανέβηκε ωστόσο ο Joey στην σκηνή, ήταν για να μας ανακοινώσει με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο πως οι Manowar θα παίξουν στο Hellfest το 2019 και μαζί αποκάλυψε και μερικά ακόμη ονόματα της επόμενης edition του φεστιβάλ που είναι οι Slayer, Dropkick Murphys, Carcass, και Mass Hysteria. Μετά από όλα αυτά τα μαρκετίστικα, λοιπόν, το stage ήταν έτοιμο να υποδεχτεί τον Manson. Η αλήθεια είναι πως είχα πολύ χαμηλές προσδοκίες από αυτόν εν έτει 2018, ωστόσο με διέψευσε πανηγυρικά βγάζοντας τρομερή ενέργεια, ένταση και την γνωστή τρέλα που κουβαλάει ο Manson πάνω στο σανίδι (και όχι μόνο), ενώ και φωνητικά με εξέπληξε ευχάριστα καθώς βρισκόταν σε αξιόλογα επίπεδα. Επιβλητικός σε κάθε περίπτωση με έκανε να αναρωτηθώ πως θα ήταν αν τον έβλεπα ζωντανά 20 χρόνια νωρίτερα.

Μετά τον Manson λοιπόν έπεσε οριστικά η αυλαία του Main Stage για το 2018 και εγώ έφυγα τρέχοντας για το τελευταίο live της ημέρας αλλά και του τριημέρου συνολικά και δεν ήταν άλλο από αυτό των Turbonegro στο Warzone stage. Η φήμη που τους ήθελε να δίνουν εκρηκτικές συναυλίες επιβεβαιώθηκε και από εμένα πανηγυρικά. Ήταν ίσως το live που ευχαριστήθηκα περισσότερο απ’όλα καθώς κατάφερα και βρέθηκα για πρώτη φορά στο τριήμερο με τον Στέργιο και τον Δήμο και το είδαμε παρέα από κάγκελο, έτσι όπως θα έπρεπε να βλέπει κανείς κάθε live. Τρομερή ατμόσφαιρα με έναν καταπληκτικό Anthony Madsen-Sylvester (φωνή) να τραβάει όλα τα βλέμματα επάνω του καθώς λικνίζονταν στους ήχους του ροκ εν ρολ.

THE END

Πυροτεχνήματα παντού, λήξη τελετής, εμείς όμως ξέρουμε πως στο VIP club έχει αποχαιρετιστήριο πάρτι. Και φυσικά και πήγαμε. Τίγκα το club γεμάτο δημοσιογράφους, guests και μπάντες που άλλες γνώριζες άλλες όχι, και ουρές αμέτρητες για να καταφέρεις να φτάσεις στο μπαρ και να πάρεις ένα ποτό. Μπροστά στον χώρο του DJ γίνεται μακελειό υπό τους ήχους των Body Count, Pantera, Limp Bizkit ενώ τα crowd surfing δίνουν και παίρνουν. Είναι το τέλος του Hellfest 2018, οι πάντες είναι χαμογελαστοί και ανανεώνουν τα ραντεβού τους για την επόμενη χρονιά. Εκτός από εμένα. Δύσκολα να ξανά επιβιώσω από κάτι τέτοιο, και όπως έγραψα και στην εισαγωγή, το “κακό” τρίτωσε και τα μαλλιά μου έχουν πλέον ασπρίσει.

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

cool good eh love2 cute confused notgood numb disgusting fail