887 views

Το τρίγωνο της φθινοπωρινής μου black metal εξόρμησης

Παρότι οπαδός του black metal από το γυμνάσιο, πρώτη φορά ήρθα σοβαρά σε επαφή με το είδος κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού πριν από την τρίτη τάξη του λυκείου. Χρησιμοποιώ εδώ την λέξη «σοβαρά», διότι μοναχά εκείνη την περίοδο αφοσιώθηκα σε δίσκους σε βαθμό αποστήθισης, όπως πρέπει δηλαδή να ακροάζεσαι albums στην τρυφερή αυτή ηλικία. Η μνήμη μου στην περίπτωση αυτή με απατά και αδυνατώ να φέρω στο νου μου ποιοι ήταν οι πρώτοι δίσκοι που με μύησαν σε δαύτο το «μουσικό κύκλωμα», το οποίο αποτελεί παντοτινός έρωτας, παράλληλα με την sludge, μονάχα που σε αντίθεση με το δεύτερο, η black metal διέπεται από διαχρονικότητα και κυρίως χωρίς μέχρι σήμερα να έχει μείνει «κενή» από νέες ιδέες.

Η εισαγωγή αυτή δεν αποσκοπεί σε τίποτε παραπάνω από την φανέρωση του ιδιαιτέρου δεσμού μεταξύ του ιδιώματος και της εφιαλτικής ενηλικίωσης μου. Ας έρθουμε στο σήμερα. Τους τελευταίους μήνες ο καθημερινός φόρτος εργασίας μείωσαν τον ελεύθερο χρόνο μου και δυστυχώς έχω έρθει σε επαφή με λιγότερους δίσκους απ’ότι συνήθιζα να ακούω, γενικότερα. Οι τελευταίες ημέρες όμως με αποζημίωσαν, κυρίως, διότι επέστρεψε η χαρά να ανακαλύπτω μουσικές που κεντρίζουν την προσοχή και με παροτρύνουν να εξερευνώ τα μυστικά τους.

Οι τρεις δίσκοι που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μου λοιπόν είναι ο δεύτερος δίσκος των Malphas (ενός one-man band από τις Ηνωμένες πολιτείες που μάλιστα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του λίγους μήνες πριν), το νέο album των προσωπικά αγαπημένων Aosoth και το νέο Summoning. Τρεις δίσκοι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Η black metal μουσική εκφράζεται μέσα από το πρίσμα μιας πολυμορφίας, που καθιστά το είδος λιγάκι ευρύ ως έννοια και αν εισάγουμε μέσα σε αυτό την post επιρροή, τότε θα μιλούσαμε για κάμποσες εκατοντάδες ακόμα μπάντες υπό τους παραπάνω ορισμούς!

Όπως ακριβώς και η ψυχολογική διάσταση ενός ατόμου έχει τα σκαμπανεβάσματα της, έτσι λοιπόν καθένας από τους παραπάνω δίσκους έχει δημιουργηθεί για να αντικατοπτρίζει διαφορετικά συναισθήματα. Όσο αφορά το The Jaws of Fenrir των (του) Malphas, έχω να δηλώσω πως δεν είχα ακούσει τον προκάτοχο του, Morning Star Resplendent και ούτε γνωρίζω αν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο δίσκων. Μολαταύτα, η ‘ανώριμη’ μουσική του Lord Moloch, του πιτσιρικά πίσω από το συγκρότημα, με έμπασε με τα κέρατα μέσα στους παγωμένους τόπους των αρχαίων θεών, ορθώνοντας μια πρωτόγονη επιθετικότητα στην μουσική του που σαφώς δικαιολογείται από την ηλικία του και την μικρή εμπειρία του στον χώρο της μουσικής.Ο δίσκος παρότι ερασιτεχνικός, φρονώ πως υπήρξε αλλόκοτα ελκυστικός, διότι αν εξαιρέσεις τα λάθη στην παραγωγή και στο στήσιμο της μουσικής του, προβάλει τα δόντια του σαν λύκος πεινασμένος. Αυτή την πείνα είχα χρόνια να την νιώσω και όσο περνάνε τα χρόνια τόσο πιο σπάνια την αναγνωρίζω.

Για τους Aosoth δεν έχω να πω πολλά. Η απόκοσμη στάση τους απέναντι στην μουσική και το ιδεολογικό υπόβαθρο πίσω από αυτή καθιστά τους Γάλλους ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα του χώρου. Θεωρώ πως η μπάντα προχώρησε ένα βήμα μπροστά με το V: The Inside Scriptures. Σε μια προσπάθεια πηγαίου εσωτερισμού, κάθε άνθρωπος χρειάζεται να δημιουργεί έναν προσωπικό χώρο που μόνο εκείνος έχει το κλειδί για να διαβεί το κατώφλι του. Ο δίσκος αυτός αποτελεί συνοδοιπόρο αυτού του προσωπικού χώρου. Γνωρίζει καλά πώς να αφουγκράζεται τα θέλω του κάθε ανθρώπου και λαμβάνει την μορφή τους ώστε να μπορέσει σωστά ο ακροατής να δεθεί με τον δίσκο. Κλείνει όμορφα ένα μουσικό κεφάλαιο, μιας και πληροφορούμαι με λύπη πως πρόκειται για τον τελευταίο δίσκο του θεολογικού/αποκρυφιστικού concept που άνοιξαν οι Aosoth με το ντεμπούτο τους και ελπίζω να μην αποτελεί και το ύστατο αντίο του συγκροτήματος.

Τέλος, έχουμε το νέο δίσκο των Summoning, με τίτλο With Doom We Come. Αν υποθέσουμε πως ο δίσκος των Malphas συμβολίζει την εφηβική οργή και των Aosoth μια εσωτερική αναζήτηση, τότε το With Doom We Come δεν είναι κάτι άλλο από τους εξωγενείς παράγοντες του φανταστικού, ένα βιβλίο που προσφέρεται υπό την συνοδεία μουσικών οργάνων στον αναγνώστη και έχει την δυνατότητα να τραβά σαν μαγνήτης μακριά από το επίγειο σκοτάδι. Η επική ατμόσφαιρα, η δροσερή ανάσα των δασωδών περιοχών του Fangorn, αναδύεται από το With Doom We Come, ίσως λιγάκι παραπάνω απ’ότι έχουμε συνηθίσει. Διόλου διαφορετικό από τις προηγούμενες δουλειές του συγκροτήματος και δεμένο με παραγωγή που μου θυμίζει την Peaceville Records των 90’s, ο δίσκος μου υπενθυμίζει την αγάπη μου για τον Tolkien και όσα δημιούργησε. Η Μέση Γη για πολλούς ήταν καταφύγιο του φανταστικού και οι Summoning δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από το να αποτελούν τους βάρδους διαφόρων ιστοριών από αυτή. Υπό κάθε περίπτωση, είναι πάντοτε γοητευτικό να λαμβάνουν σάρκα και οστά όλες αυτές οι ιστορίες μυθολογίας που έφτιαξε ο Tolkien, διότι άλλωστε η ιστορία της Μέσης Γης δεν αρχίζει και τελειώνει με το Lord Of The Rings και το Hobbit, ούτε καν με το Silmarillion.

Είναι κάτι παραπάνω από όμορφο μια μουσική να είναι ειλικρινής απέναντι σου και εσύ απέναντι της. Είναι αναζωογονητικό. Εκλαμβάνουμε τις ζωές μας ως στατικές μανούβρες οι οποίες δεν έχουν κανένα απολύτως soundtrack αλλά υπάρχουν μουσικές που μας οδηγούν στο να αναθεωρούμε μια τέτοια άποψη. Υπό κάθε περίπτωση, ελπίζω όλοι ανεξαιρέτως, να γυρνούν πίσω σε δίσκους που τους αρέσουν και να τους προσφέρουν την αφοσίωση που τους αρμόζει. Στο τέλος θα αποζημιωθούν.

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

cool good eh love2 cute confused notgood numb disgusting fail