131 views

Motherblood: To Climax των Grave Pleasures

Με μια αλλόκοτη νοσταλγία, αναπολώ ακόμα την συνέντευξη που μου παραχώρησε πριν από τρία χρόνια ο Kvohst, λίγο πριν πατήσει για πρώτη φορά το πόδι του σε ελληνικό συναυλιακό χώρο μαζί με το νέο του σχήμα, τους Beastmilk. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως η μουσική της μπάντας αυτής είχε προσφέρει ολότελα την ευκαιρία, σε εκείνον και τον Goatspeed, να ξεφύγουν από την δύσκολη πραγματικότητα του Βορρά, στον οποίο ζούσαν και εργάζονταν την περίοδο εκείνη, στην μακρινή Σκανδιναβία. Το Climax, ξεχείλιζε από την υπεροψία του παγωμένου χειμώνα: ένα μίγμα post-punk με gothic στοιχεία, που ακουμπούσε ξώφαλτσα τους Sisters of Mercy, μόνο και μόνο επειδή ηχούσε πιο πανκ απ’ότι έπρεπε στα αυτιά των ακροατών.

Για δύο χρόνια, αλλά ακόμα και τώρα συντρόφευε την αμετάκλητη, αστική μουντάδα του χειμώνα στην Αθήνα, όντας ένας δίσκος ορόσημο, για εμένα τουλάχιστον, αλλά και πολλούς άλλους οι οποίοι αναζητούσαν τον ήχο αυτό ως ένα ηχηρό soundtrack κάθε Σαββατόβραδου στη πόλη. Έπειτα ήρθαν οι αποχωρίσεις.

Ο Goatspeed αποτέλεσε παρελθόν για το συγκρότημα και άρπαξε μαζί του όχι μόνο το ‘πονηρό’ όνομα του σχήματος αλλά και τον ήχο-ορόσημο, που τους συντρόφευε μέχρι στιγμής, αφήνοντας τον Kvohst να ηγείται της μπάντας. Παρέα με την συμπαθή Linnea Olsson, ο Kvohst έβαλε μπρος τις μηχανές για έναν νέο δίσκο, ο οποίος δεν άργησε να έρθει για το κοινό των αναγεννημένων Grave Pleasures.

Το Dreamcrash, παρότι σε μια πρώτη επαφή φαίνεται να είναι ένας άξιος διάδοχος του Climax, σε καμία περίπτωση δεν αντέχει εις βάθος του χρόνου με την ίδια βαρύτητα που το έπραττε ο προκάτοχος του. Πλην ορισμένων κομματιών (New Hip Moon, ‘Crying Wolves’ και ‘Utopian Scream’), κανένα άλλο δεν επιστρέφει στον ακροατή έπειτα από λίγο χρόνο μακριά από τον δίσκο. Δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη να ξαναγυρίσει κανείς σε αυτόν.

Ο ήχος του, αλλοτριωμένος από την νέα σύνθεση της μπάντας, έχει απλουστευτεί σε ένα αμήχανο post-punk κατασκεύασμα, απογυμνωμένο από κάθε ευγενές στοιχείο ρομαντισμού και τσαχπινιάς που διέθετε η μπάντα τα προηγούμενα χρόνια. Ο Kvohst ήταν ο μοναδικός που κράτησε τον δίσκο αυτόν (και το συγκρότημα) στις επάλξεις· ένας μοναδικός τραγουδιστής, που σε οποιαδήποτε μπάντα πέρασε κατάφερε να αφήσει ανεξίτηλα το στίγμα του.

Η σύνθεση της μπάντας σταθεροποιήθηκε μια για πάντα με την έλευση των Rainer Tuomikanto και Aleksi Kiiskila στα τύμπανα και στις κιθάρες αντίστοιχα, ενώ οι Linnea Olsson και Uno Bruniusson αποχώρησαν. Με τον χρόνο να είναι σύμμαχος τους πλέον, η μπάντα είχε την ευκαιρία να πειραματιστεί με τον ήχο της, να γυρίσει το ρολόι πίσω σε εποχές Climax και να καταλήξει σε έναν ήχο που εκφράζει την Beastmilk εποχή τους. Παράγωγο αυτής της προσπάθειας είναι το Motherblood, ο νέος τους δίσκος, ο οποίος έρχεται λίγο αργότερα από το Funeral Party, το EP που η μπάντα κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου για να κρατήσει τους οπαδούς ζεστούς και το ενδιαφέρον αμείωτο.

Το Motherblood αποτελεί μια υπερπροσπάθεια επαναφοράς του συναισθήματος που ακολουθούσε το Climax, η οποία αν και εν μέρει πετυχαίνει την μετά-αποκαλυπτική ατμόσφαιρα του πρώτου δίσκου, αλλά φαίνεται επιτηδευμένη και κάπως ‘μηχανική’ από την μπάντα. Τα τραγούδια ορόσημο δεν λείπουν από έναν τέτοιο δίσκο, ο οποίος προσφέρει μουσική κυριολεκτικά για να ακούγεται ολημερίς και ολονυχτίς (κυρίως ολονυχτίς) από τα ηχεία του ακροατή. Με όμορφες μελωδίες και τον Kvohst να κάνει για ακόμα μια φορά ερμηνείες που αναδεικνύουν ακόμα και την πιο κοινότυπη μουσική μελωδία, έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο που δεν θυμίζει σε τίποτα την μετριότητα του προκάτοχου του.

Η σπιρτάδα κομματιών σαν το Haunted Afterlife, η δυναμική των Deadenders και  Falling For An Atom Bomb ή τα post-gothic ερεθίσματα που χαρακτηρίζουν το Motherblood, αν και αυξάνουν την αξία του δίσκου δεν μπορούν να εκμηδενίσουν το γεγονός πως το συγκρότημα δεν μπορεί να ξεπεράσει όσα πρόσφερε με το ντεμπούτο τους, όσο και αν προσπαθούν να μιμηθούν τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέθεταν τη μουσική τους τέσσερα χρόνια πριν. Η παγωμένη ανατριχίλα που συνόδευε τραγούδια όπως το The Wind Blows Through Their Skulls έχει αντικατασταθεί από τον λιτό ρομαντισμό του Be My Hiroshima, που σε πολλές περιπτώσεις κρίνεται μετριοπαθής και υποτονικός.

Σε κάθε περίπτωση ο νέος δίσκος είναι απολαυστικός και αξίζει την προσοχή των οπαδών του ήχου αυτού. Το αν θα αναδειχτεί από έναν καλό δίσκο σε δίσκο-διαμάντι, αυτό είναι κάτι που μόνο ο χρόνος μπορεί να το ξεκαθαρίσει. Συγκεκριμένα ο χειμώνας, ο οποίος είτε θα χρίσει το Motherblood το soundtrack του ή θα τον θάψει κάτω από το παχύ στρώμα του χιονιού του.

 

INFATUATION OVERKILL

JOY THROUGH DEATH

BE MY HIROSHIMA

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

cool good eh love2 cute confused notgood numb disgusting fail