3502 views

Blade Runner 2049: Tο είδαμε και αποφανθήκαμε

Τη συγκεκριμένη ταινία κάποιοι την περίμεναν πολλά χρόνια, κάποιοι άλλοι δεν ήθελαν να γίνει ποτέ, θεωρώντας πως δεν υπάρχει λόγος. Βγαίνοντας από τον κινηματογράφο, καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως εκ του αποτελέσματος υπήρχε λόγος, γιατί η ταινία -αν μη τι άλλο- είναι πολύ καλή και εικαστικά εντυπωσιακότατη.
Δημήτρης Καλτσάς
Κώστας Μπάρμπας

Αυτό που σίγουρα κρατάει τον θεατή καθηλωμένο  είναι το σύμπαν που έχει δημιουργηθεί για να υποστηρίξει την ταινία. Φωτογραφία, σκηνικά, κουστούμια και ψηφιακά έφε δρουν συνολικά στην εντέλεια για να καταστήσουν το Blade Runner 2049 ως την πειστική συνέχεια του αυθεντικού. Πόσο δε μάλλον καθώς τα στοιχεία αυτά βρέθηκαν στα χέρια του σπουδαίου κινηματογραφιστή Roger Deakins και αποδόθηκαν ως ένας πειστικότατος δυστοπικός φουτουρισμός που μαγεύει, αλλά δε θαμπώνει, εστιάζοντας αριστοτεχνικά στους πρωταγωνιστές.

Η βασική ιστορία στέκει και αυτή στα υψηλά στάνταρ του προκατόχου του. Οι προβληματισμοί και τα ερωτήματα που έθεσε ο Philip Dick στα βιβλία του δίνονται άψογα, ενώ παράλληλα θίγονται – με κομψό τρόπο – θέματα τις εποχής, όπως η παιδική εργασία και οι ακραίες κοινωνικές ανισότητες. Δυστυχώς όμως ακόμα και σε αυτή την ταινία πέρασε η μάστιγα των μέτριων διαλόγων που ταλανίζει το σύγχρονο Hollywood. Ο χαρακτήρας Niander Wallace δεν προσφέρει τίποτα στην ταινία και ο Jared Leto είναι ο τελευταίος που φταίει (ξεκάθαρα καλύτερος ηθοποιός από μουσικός αυτό το παλικάρι), ενώ και o χαρακτήρας της Robin Wright έπρεπε να γραφτεί καλύτερα. Από την άλλη, τόσο η Ana de Armas ως Joi όσο και η Sylvia Hoeks ως Luv είναι πολύ καλές, ως ένα ενδιαφέρον διπλό συναισθηματισμού vs στυγνού ωφελιμισμού.  Ο δε Harrison Ford επανέρχεται με περισσή άνεση σε έναν από τους πλέον εμβληματικούς χαρακτήρες της καριέρας του και δίνει την καλύτερη του ερμηνεία εδώ και πολλά χρόνια (στον Indiana Jones έμοιαζε να παίζει από τον καναπέ του με τις παντόφλες και το τσάι ανά χείρας).

Ένας πειστικότατος δυστοπικός φουτουρισμός που μαγεύει, αλλά δε θαμπώνει, εστιάζοντας αριστοτεχνικά στους πρωταγωνιστές

Το σημαντικότερο συν βέβαια είναι η ερμηνεία του Gosling, που όντως ήταν ο πιο κατάλληλος Κ (ή Joe αν προτιμάτε). Σε συνθήκες αυστηρής ατμόσφαιρας και αργού ρυθμού, η εσωτερικότητα του γενικώς ανέκφραστου ηθοποιού ευνοείται, αλλά ανεξάρτητα αυτού εδώ δίνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες του και πείθει στο σημαντικότερο σημείο: τη συνειδησιακή και συναισθηματική ικανότητα ενός replicant, τη λαχτάρα για ανθρωπιά, έρωτα και τελικά την πλήρωση.

Η σωστή προσπάθεια της παραγωγής να τιμηθεί το πνεύμα της πρώτης ταινίας γενικά απέδωσε καρπούς, αλλά στο μεγάλο στοίχημα της μουσικής επένδυσης γύρισε μπούμερανγκ. Η επιλογή του Hans Zimmer έμοιαζε απόλυτα λογική αν και αρκετά safe. Ο ίδιος ο Γερμανός συνθέτης πατάει ξεκάθαρα πάνω στο soundtrack του Παπαθανασίου δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα, αλλά δεν καταφέρνει να γράψει ούτε ένα memorable μουσικό θέμα.

Η αλήθεια είναι ότι η διάρκεια της ταινίας είναι πολύ μεγάλη και υπάρχουν κάμποσοι διάλογοι που το περιεχόμενό τους δεν δικαιολογεί τη διάρκειά τους. Επίσης, δίνεται η εντύπωση πως λίγο πριν το τέλος ο ρυθμός (που αποτελεί βαρόμετρο εδώ) διαταράχτηκε ελαφρώς, αν και το φινάλε είναι ικανοποιητικό, όσο προβλέψιμο κι αν είναι από ένα σημείο και μετά.

Η εντύπωση που μένει στο τέλος είναι θετική και γιατί εδώ περιλαμβάνονται μερικές μυθικές στιγμές. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς; Την εισαγωγική σκηνή με τον Bautista, την πρώτη εμφάνιση του Wallace, τη σκηνή με το ολόγραμμα του Elvis, την κατασκευή ονείρων, την «ψυχεδελική» ερωτική σκηνή, την περιήγηση στα απομεινάρια γιγάντιων αγαλμάτων  γυναικών με αυτό το πορτοκαλί, τη μελαγχολία με το διαφημιστικό ολόγραμμα της Joi, ένα εκπληκτικό zoom in σε ένα σκαθάρι…; Είναι κάμποσες ακόμα και η αλήθεια είναι ότι καιρό είχαμε να εντυπωσιαστούμε δικαιολογημένα με την κινηματογραφική εικόνα ως αισθητική απόδοση. Αυτό είναι αρκετό και για τους δυο μας, αν και με αυτά ως δεδομένα θα μπορούσε άραγε μια τέτοια ταινία να είναι άψογη σε όλα τα επίπεδα; Η απάντηση βρίσκεται μάλλον στο μέλλον. Αν ο Dennis Villnevue αποφασίσει μετά από δύο αρκετά καλές προσπάθειες ότι και η επόμενη του ταινία θα είναι επιστημονικής φαντασίας, τότε οφείλει στον εαυτό του ένα αριστούργημα.

Leave a reply

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

cool good eh love2 cute confused notgood numb disgusting fail